Ο ΟΡΕΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ Β. ΠΙΝΔΟΥ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

ΜΕΤΣΟΒΟ 1815 

Ο ποιμενικός χαρακτήρας των κατοίκων της, απομονωμένης για αιώνες, Βορείας Πίνδου δεν επέτρεψε να φτάσουν μέχρις εμάς πολλά αρχαιολογικά ή ιστοριογραφικά τεκμήρια της ζωής τους, παρότι είναι βέβαιο ότι κατοικείται από τα πανάρχαια χρόνια. Η είσοδος της στην ιστορία γίνεται δειλά-δειλά στα αυτοκρατορικά χρόνια, όταν η γεωγραφική θέση της, λόγω των πολύ σημαντικών ορεινών διαβάσεών, της δίνει αξία για την ρωμαϊκή διοίκηση. Οι κάτοικοι της αποκτούν ρόλο, σαν κλεισουροφύλακες, στο ρωμαϊκό επαρχιακό σύστημα και ειδικά προνόμια.

Αυτό το καθεστώς των προνομίων θα διατηρηθεί σε όλην την μεσαιωνική περίοδο και θα ανανεωθεί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου θα φτάσει, στα μέσα του 17ου αι., πολλές περιοχές της, όπως το Μέτσοβο ή το Ζαγόρι, να αποκτήσουν τον ημιαυτόνομο χαρακτήρα ιδιότυπων ορεινών κρατιδίου. Μέχρι την κατάργηση αυτού του ευνοϊκού καθεστώτος, τα μέρη αυτά θα γνωρίσουν μια μοναδική δημογραφική, οικονομική και πνευματική ανάπτυξη.

Το Μέτσοβο, για παράδειγμα, ουσιαστικά θα καταστεί μια μικρή ορεινή εμποροβιοτεχνική πόλη, συγκρίσιμη, κατ’αναλογία, με τις εμπορικές-βιοτεχνικές πόλεις της εποχής στην κεντρική Ευρώπη και την βόρεια Βαλκανική. Το τέλος αυτής της λαμπρής περιόδου, στα μέσα του 18ου αι., θα είναι δραματικό και θα συνοδεύεται από την καταστροφή της πόλης και την μαζική μετανάστευση της πλειοψηφίας των κατοίκων της. Η απελευθέρωση της περιοχής και η ένταξη της στον ελληνικό κρατικό κορμό το 1012, δεν θα αλλάξει την παρακμιακή της πορεία, μιας και στο νεαρό κράτος το βάρος της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας θα μεταφερθεί στα Γιάννενα και στα Τρίκαλα. Η παρουσιά όμως των ευεργετών και μάλιστα η καταλυτική προσφορά και δράση του Μιχαήλ Τοσίτσα, θα αναγεννήσουν το Μέτσοβο και θα το καταστήσουν και πάλι στολίδι της Πίνδου.

Στην περίπτωση του Ζαγοριού, το τέλος αυτής της περιόδου ανάπτυξης δεν ήταν τόσο δραματικό, αλλά ήταν πολύ πιό ουσιαστικό, καθώς έριξε πολλά από τα χωριά του σε μια μακρά περίοδο ιστορικής λήθης, μέχρι την “ανακάλυψή” τους εδώ και λίγες δεκαετίες από τους φίλους του ορεινού τουρισμού, ξένους πρώτα κι ύστερα Ελληνες, δίνοντας τους νέα φήμη και νέες δυνατότητες αοικονομικής και κοινωνικής ανανέωσης.

Βέβαια δεν ήταν μόνη της η οικονομική συνδρομή των ευεργετών ή του τουρισμού που κράτησαν όρθια αυτά τα χωριά στα δύσκολα χρόνια και τα αναγέννησαν. Ηταν και οι πολιτιστικές προϋποθέσεις, που έφεραν οι μικρές αυτές ορεινές κοινωνίες σαν κληρονομιά πνευματική από το λαμπρό τους πρόσφατο παρελθόν. Η ανάπτυξη της παιδείας κατά τον 17ο και 18ο αι. και η πολιτιστική κινητικότητα των κατοίκων, δημιούργησαν έναν τύπο ανθρώπου φίλεργου, δημιουργικού και ανήσυχου, με ισχυρό το αίσθημα της αγάπης για τον τόπο και το ένστικτο της κοινωνικής ευθύνης. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι που αξιοποίησαν κάθε πιθανή και απίθανη τοπική ή ιστορική ευκαιρία και έκαναν τα χωριά της Β. Πίνδου αυτό που είναι σήμερα.